Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

ΣΤΙΓΜΕΣ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗΣ [ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ]

Στο μυαλό της ένα τρένο κυλούσε πάνω στις γραμμές του με ανατριχιαστικό κρώξιμο ,άκουγε το σίδερο να σέρνεται πάνω στο σίδερο και έβλεπε μικρές σπίθες να τινάζονται μες το σκοτάδι και να σβήνουν γρήγορα αντικαθιστώντας τις προηγούμενες .Κι ύστερα ένοιωθε μια κάψα να ακουμπά τα γυμνά μέρη του σώματος της και να την τσουρουφλίζει . Αντί να προσπαθεί να τις απομακρύνει όπως-όπως τις δεχόταν λες με ανακούφιση .Ήταν βλέπεις ο πόνος αυτός καλοδεχούμενος και μικρότερος από τον πραγματικό . Μια μυρωδιά από αίμα φρέσκο περνούσε από τους πόρους της μύτης της και έφτανε στην ψυχή της και σάπιζε εκεί ..
Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά και άρχισε να μετράει …εκατό ,ενενήντα εννιά , ενενήντα οκτώ ….δεν θα αργούσε να τελειώσει …ενενήντα επτά ,ενενήντα έξι …το σώμα της ήξερε πια την χρονική διάρκεια …ενενήντα πέντε …
Διπλώθηκε αυτόματα και πήρε την αρχέγονη στάση του εμβρύου ανεβάζοντας τα χέρια της στο κεφάλι της θέλοντας να το προστατεύσει .Ένοιωσε το πόδι του να χτυπά τα νεφρά της και μετά ξανά και ξανά τον πόνο να αγγίζει την άκρη της καρδιά της και δάγκωσε την γλώσσα της στην προσπάθεια της να μην ουρλιάξει .Σάλιο και αίμα ανακατεύθηκαν , έφτασαν στο πίσω μέρος της γλώσσας και έφραξαν τις φωνητικές χορδές που ήθελαν να ξεχυθούν ελεύθερες …ευχαρίστησε το θεό που κατάφερε να τις στείλει από κει που ήρθαν …δεν έπρεπε να ακούσουν κάτι τα
παιδιά …ενενήντα τέσσερα ,ενενήντα τρία ,ενενήντα δυο…
Την άρπαξε ένα χέρι στιβαρό την σήκωσε όρθια και την πέταξε στον καναπέ
με δύναμη …το ίδιο χέρι … με τα μακριά δάκτυλα , που κάποτε είχε θαυμάσει με τις μικρές γαλάζιες φλεβιτσες , που την είχαν χαϊδέψει με λαχταρά ,που είχαν χαράξει δρόμους ηδονής για να βρίσκει την δική της χαρά …σηκώθηκε το χερι και σφιγμένο σε γροθιά με τις φλέβες φουσκωμένες προσγειώθηκε στο πρόσωπο της …είχε βρει πάλι τον δρόμο που γύρευε για να συναντήσει το μίσος της …
Ενενήντα ένα ,ενενήντα …
Άκουσε πρώτα την καρδιά της να σταματά και μετά την πόρτα να χτυπά πίσω του με δύναμη ..Ανάσανε βαθιά ,νόμισε πως η καρδιά της δεν θα ξαναχτυπήσει αλλά αυτή την διέψευσε ,άρχισε να βροντοχτυπά ακανόνιστα …σήκωσε το χέρι της με δυσκολία και σκούπισε δάκρυα ,σάλια και αίμα από το πρόσωπο και κάνοντας προσπάθειες έτρεξε και κλειδώθηκε στο μπάνιο.
¨ Μη κοιταχτείς στον καθρέφτη …σουλουπώσου …πέρασε πια …μην καταλάβουν τίποτα τα παιδιά …μην κλαις …δεν φταις εσύ …κάνε υπομονή …κράτα το μίσος σου ζωντανό …¨

Απόσπασμα μυθιστορήματος από την Μαρα Κομπιδου τα πνευματικά δικαιώματα της ανήκουν …

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου