Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΕΣ ,ΓΙΟΡΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΓΙΕΣ

Ποτέ δεν μου άρεσαν οι μέρες των εορτών ,οι Κυριακές και οι αργίες και ακόμα δεν έχω την λαχτάρα που έχουν κάποιοι και την ανυπομονησία τους να έρθουν .
Δεν ξέρω από πότε άρχισε αυτό .Θυμάμαι όμως σχεδόν όλες τις Κυριακές των παιδικών μου χρόνων καθώς και τις γιορτές .Τώρα που το σκεφτομαι έχασαν την μαγεία τους για μένα όταν μπήκα στην εφηβεία .
Κάθε Κυριακή θυμάμαι ,η μάνα μου μας ξυπνούσε από τις οχτώ για να πάμε στην εκκλησία και μετά στο κατηχητικό .Ξυπνούσαμε με το ζόρι ,πλενόμασταν με το στανιό ,μας έφταιγαν τα ρούχα « τα καλά » επειδή έπρεπε να παίζουμε προσέχοντας να μην τα λερώσουμε ,να μη τα σκίσουμε γιατί μετά θα τις τρώγαμε ,μας ξίνιζε το γάλα που είχε πέτσες και το παρατάγαμε στο τραπέζι ,και πιο πολύ εμένα με εκανε να κλαίω που η μάνα μου με χτένιζε .Καθόταν με ανοιχτα τα πόδια στην καρέκλα και γω όρθια ανάμεσα τους με την πλάτη γυρισμένη σ ’αυτήν να κουνιέμαι ,να γκρινιάζω και στο τέλος να κλαίω από τον πόνο. .Η μάνα να καταβάλει προσπαθείς να ξεμπερδέψει αυτά τα ατίθασα σπαστά μαλλιά μου που ήταν αιωνίως μπερδεμένα ,με μια χτένα καφέ με μεγάλα δόντια, να την βουτά στο ποτηράκι με το νερό που είχε για αυτήν την δουλειά .Στο τέλος ενώ από ώρα εγώ είχα εισπράξει δυο χαστούκια κατάφερνε να φτιάξει μια σφιχτή πλεξούδα και με μια απότομη κίνηση με γυρνούσε προς το πρόσωπο της μου σκούπιζε τα δάκρυα από το πρόσωπο έφτιαχνε με λίγο σάλιο την φράντζα μου και με έσπρωχνε για να σηκωθεί .
Ποτέ δεν κατάλαβα την επιμονή της και την υπομονή της βέβαια αφού η ματαιότητα των προσπαθειών της ήταν βέβαιη .Πριν φύγουμε έπρεπε να ελέγξει τα παπούτσια μας .Ακόμα και τώρα που έχει μεγαλώσει πριν βγει από το σπίτι η ίδια ελέγχει τα παπούτσια της λες και έχουν λερωθεί η χαλάσει .
Πάντοτε ήθελε να βγαίνουμε από το σπίτι « στην τρίχα ».Αυτές οι διαδικασίες γίνονταν πάντοτε και τις Κυριακές και τις γιορτές και σε πιο ήπια μορφή και πιο βιαστικά τις καθημερινές για να πάμε σχολειό .Θα έλεγε κανείς πως θα απελπιζόταν η θα βαριόταν κάποια μέρα και αυτό ευχόμουν ανάμεσα στα δάκρυα μου κάθε φορά αλλά παρόλο που γυρίζαμε σε αξιοθρήνητη κατάσταση κάθε φορά αυτό δεν την πτοούσε .
Πόσες φορές δεν γύρισα με την κοτσίδα μου ξελυμένη, με τα ρούχα σκισμένα ,τα παπούτσια γδαρμένα ,τα γόνατα ματωμένα ,μια φορά μάλιστα γύρισα και με ένα παπούτσι και με έστειλε να το βρω αλλά δεν το βρήκα γιατί είχε μείνει μέσα σε ένα λόφο από ασβέστη έξω από κάποιο σπίτι που κτιζόταν .
Όλα αυτά σταμάτησαν ως δια μαγείας ένα πρωί που θα πήγαινα στο γυμνάσιο μετά τις χριστουγεννιάτικες διακοπές .Η μάνα δεν με φώναξε να με χτενίσει παρά μόνο είπε σιγανά « τέλειωνε θα αργήσεις » .Έμεινα να την κοιτάζω περίεργα .Καθόταν ήρεμη στην γωνία του τραπεζιού και με κοίταζε .Για λίγα δευτερόλεπτα κοιταζόμασταν αμίλητες .Τώρα το ξέρω καλά εκείνη την στιγμή η μάνα μου μου άνοιγε την πόρτα από το κλουβάκι μου και γω δεν ήθελα να βγω .Τότε δεν ήξερα ποσό επώδυνο είναι για μια μάνα να αφήνει το βλαστάρι της σιγά σιγά να αυτονομείται [τώρα που έχω και γω παιδιά ξέρω ποσό ποναει κι ας θέλουμε να τα δώσουμε μια σκουντιά για να ξεκινήσουν]
Ποτέ οι Κυριακές και οι γιορτές δεν θα είναι το ίδιο από τότε .Έμαθα να χτενίζομαι μόνη κατά τις επιταγές της μόδας ,να προσέχω τα ρούχα μου να βγαίνω πάντα με προσεγμένα νυχιά και παπούτσια ,να κουβαλώ ένα εσώρουχο για ώρα ανάγκης μέσα στην τσάντα μου [μετά από προτροπή της μητέρας μου] να βάζω το άρωμα μου και όχι το 4711 της μάνας μου ,να κάνω τον σταυρό μου πριν βγω από το σπίτι αλλά ποτέ δεν θα νοιώσω την γλύκα των εξόδων από το σπίτι Κυριακές , γιορτές ,αργίες και καθημερινές αφού για να κερδίσω την αυτονομία μου έχασα τα δάκρυα που τις συνόδευαν . Τα Πνευματικα δικαιωματα ανηκουν στην Μαρα Κομπιδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου