Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

ΤΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ

Πολλά ζευγάρια μάτια γύρισαν προς το μέρος μου …τράβηξα την καρέκλα και κάθισα …κρέμασα την τσάντα μου στην διπλανή καρέκλα
τακτοποίησα τα τσιγάρα στο μικρό τραπεζάκι και αναζήτησα τον σερβιτόρο με τα μάτια …
Ένα καφέ ,τρία τσιγάρα και δεκαπέντε λεπτά της ώρας μετά είχα ηρεμήσει και μπορούσα πλέον να χαρώ την ατμόσφαιρα …
Τυπικό καφενείο …τραπεζάκια μικρά …ψάθινες καρέκλες ….καπνοί να αιωρούνται επικίνδυνα στον κλειστό χώρο …μυρωδιά ούζου και από κάπου πιο βαθιά θαρρείς , μυρωδιά κάτι τηγανητού …μεταλλικά σταχτοδοχεία …παρωχημένα φλιτζάνια και ποτήρια ….και άντρες …μόνο άντρες …
Λατρεύω τα καφενεία από μικρό παιδί …από τότε που ο πατέρας μου μια Κυριακή μετά από μια βόλτα σε μια ανοιξιάτικη Θεσσαλονίκη , μου γνώρισε τον μαγικό κόσμο τους …
Ήμουν δέκα χρονών θυμάμαι …είχαμε πάει οι δυο μας βόλτα στην παραλία …είχα φάει την μπουγάτσα με κιμά που μου άρεσε …είχα χαζέψει τα καράβια στο λιμάνι ,είχα κουραστεί περπατώντας ,διψούσα ,
και ένοιωθα την παλάμη μου ιδρωμένη μέσα στο χέρι του πατέρα
μου …που και που έριχνα κλεφτές ματιές στις βιτρίνες αδιάφορα ,
τότε δεν με συγκινούσαν …με συγκινούσε η φωνή του πατέρα μου και κρεμόμουν από τα χείλη του ότι κι αν έλεγε …
Όταν με έβαλε να κάτσω στην καρέκλα δίπλα του , περήφανος για μένα , ανάμεσα σε τόσους φίλους του που με καλοδέχθηκαν είναι η
αλήθεια , ένοιωσα ξεχωριστή πρώτα γιατί με έβαλε ο πατέρας μου στον κόσμο του και μετά γιατί έχαιρα θερμής υποδοχής από όλους …
Μέσα εκεί μυήθηκα στο ούζο και στους μεζέδες του
αργότερα …σερβιρισμένους σε μικροσκοπικά πιατάκια του καφέ …ένα αυγό βραστό κομμένο στα τέσσερα ,δυο αντσούγιες με ξύδι , μια κουταλιά φασόλια βραστά με μαϊντανό ,μια καυτερή πιπεριά ,
δυο μύδια τηγανητά …να έρχονται χωρίς να τα παραγγέλνει κανείς …
και ένα νεροπότηρο με λίγο ούζο και πλημμυρισμένο στο νερό να το αρωματίζει γλυκάνισο και να με καθιστά συμμέτοχο μιας ιεροτελεστίας
χαράς και ευθυμίας των αντρών , στο άντρο τους …
Ακομα ακούω την φωνή του πατέρα μου να συμβουλεύει … ¨ δεν πίνουμε ποτέ ξεροσφύρι ,μόνο με μεζέ …οι αλκοολικοί πίνουν χωρίς μεζέ ¨ …
Ένας κόσμος αντρών που ανέδυε μια μυρωδιά από βάσανα παραγκωνισμένα ,θυμούς μαλακωμένους ,κούραση καμουφλαρισμένη , πολιτικές αντιπαραθέσεις σε ύπνωση ,φτώχεια και έρωτες στην επιφάνεια με μουσική υπόκρουση τα ¨ άντε εβίβα ¨ τα ¨να πεθάνουν οι πλούσιοι και των φτωχών οι γυναίκες ¨ και το ¨ η φτώχεια θέλει καλοπέραση ¨…
Χρόνια πολλά πέρασαν από κείνη την πρώτη φορά …σε πολλά καφενεία τα ήπιαμε με τον πατέρα μου … μόνοι μας η με παρέα …κάθε χρόνο λιγόστευε το νερό στο ποτήρι και γινόταν εντονότερη η γεύση του ούζου …δοκιμάσαμε πολλούς μεζέδες …γνωρίσαμε πολλούς φίλους… λες και είναι αυτονόητες οι φίλιες μέσα σ’ αυτά …είχα τα μάτια και τα αυτιά μου ανοιχτά και άκουσα ιστορίες αντρών που δεν θα τις μάθαινα ποτέ …
γνώρισα ενδιαφέροντες ανθρώπους και πέρασα χιλιάδες ώρες μέσα σε καφενεία αναπνέοντας την γνώριμη μυρωδιά τους και ακούγοντας τους ψιθύρους των θαμώνων …αλλά το κυριότερο μοιράστηκα μυστικά καρδιάς μαζί του και λύσαμε πολλά προβλήματα οικογενειακά και μη …εκεί ήμασταν πατέρας και κόρη ,φίλοι και σύντροφοι …
Όταν πέθανε ο πατέρας μου , έκανα ένα μνημόσυνο στο καφενείο που σύχναζε …παρέα μου ήπιαν οι φίλοι του …στην αρχή ,μέχρι να λυθεί η γλώσσα με την βοήθεια του ούζου , τα βλέμματα θλιμμένα και η απουσία του αισθητή …μετά όταν άρχισε το ούζο να αναμειγνύει γλυκάνισο και αναμνήσεις τα μάτια ζωήρεψαν ,η γλώσσα λύθηκε ,τα γέλια έγιναν δυνατότερα και ένοιωσα πως τέτοιο μνημόσυνο θα ήθελε ο πατέρας
μου… το ¨ να πεθάνει ο χάρος ¨ και τα φάλτσα των γέρικων φωνών να
τραγουδούν ¨ δυο πόρτες έχει η ζωή ¨ ήταν πολύ καλύτερο από το μνημόσυνο στην αίθουσα τελετών με τον καφέ ,το παξιμάδι και το κλασσικό κονιάκ …
Κάθε φορά που τα βήματα μου και οι περιστάσεις με οδηγούν σε ένα καφενείο , ξαναζώ όλη την ζωή μου μέσα σ’ αυτά , με τον πατέρα μου …
Κάθε φορά χτυπώ μια φορά το ουζοποτηρο στο μικρό τραπεζάκι του και μετά το φέρνω στα χείλη …πριν καταπιώ την πρώτη γουλιά την στριφογυρίζω στο στόμα ,την νοιώθω να δροσίζει την γλώσσα και τον ουρανίσκο μου και μετά ένα γλυκό κάψιμο στον λαιμό και στα μάτια και σφίγγοντας τα , σκέφτομαι ,¨καλό παράδεισο μπαμπά ¨ …
Μετά γίνομαι ένα με τους άντρες του καφενείου …σε λίγο δεν με προσέχουν …και μπορώ να στήσω αυτί και να ακούσω αυτά που λένε
να θυμηθώ η να ξεχάσω …να πιω ένα η τρία ούζα …να γίνω κομμάτι
αυτού του μαγικού κόσμου …
Όταν γυρίζω σπίτι ,εγώ τα ρούχα μου και η ψυχή μου μοσχοβολούν γλυκάνισο …κι όταν μια φορά η κόρη μου μου είπε ¨ μυρίζεις όπως
μύριζε ο παππούς ¨ μεταξύ μας … χάρηκα … αλλά περισσότερο χαίρομαι όταν στις επισκέψεις μου αυτές έχω παρέα τα παιδιά μου …
εεε …¨ κατά μάνα κατά κύρη κατά γιο και θυγατέρα ¨…
Σε καφενεία απολαμβάνω την μυσταγωγία που έζησα εγώ με τον πατέρα μου και που έχω μυήσει και εγώ στα παιδιά μου …η κόρη μου τα λατρεύει και ο γιος μου τα ανέχεται επειδή αρέσουν σε μας …
Αν καταφέρω να δημιουργήσω τις ανάλογες αναμνήσεις σ’ αυτά θα έχουν να θυμούνται ωραίες συζητήσεις ,συναντήσεις ,μυρωδιές και θα έχουν μάθει να αφουγκράζονται τους ανθρώπους …εεε… κι αν τις περισσότερες φορές μια μυρωδιά τσιγάρου ,ούζου και καπνού κολλήσει στα ρούχα τους δεν πειράζει …
Στα καφενεία της ζωής μου έμαθα να πίνω ούζο ,να ακούω τους άλλους και να γνωρίζω τον εαυτό μου μέσα από την επαφή μου με το …ισχυρό φύλο !!!!!!!!!!







ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΝΗΚΟΥΝ ΣΤΗΝ ΜΑΡΑ ΚΟΜΠΙΔΟΥ

1 σχόλιο:

  1. Mυήσεις ζωής,αόρατες σχολές ανθρώπων που πέρασαν κι άφησαν πίσω τους άλλους ανθρώπους γεμάτους με συγκινήσεις και ευαισθησίες.Πολύ ωραίο κείμενο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή